{Από τα καπηλειά των καπνεργατών και τα υπόγεια της Ομονοίας μέχρι το λιαστό χταπόδι στα Σφαγεία – Μια πολύτιμη καταγραφή χώρων, ανθρώπων και γεύσεων που έγραψαν τη δική τους ιστορία}
☛ Κάποτε η Καβάλα ήταν γεμάτη μικρές ταβέρνες, καπηλειά και λαϊκά εστιατόρια. Βρίσκονταν στις γωνίες των κεντρικών δρόμων, στα στενά της Παναγίας, δίπλα στις καπναποθήκες, στις εργατικές συνοικίες, στα Σφαγεία και στο Περιγιάλι. Ήταν χώροι λιτοί, συχνά χαμηλοτάβανοι ή υπόγειοι, με λίγα τραπέζια, κρασί, μεζέδες και φαγητά χωρίς περιττές πολυτέλειες. Περισσότερο από καταστήματα εστίασης, αποτελούσαν σημεία συνάντησης. Εκεί έκλειναν οι δουλειές, συζητούνταν τα γεγονότα της ημέρας, γεννιούνταν φιλίες και περνούσαν λίγες ώρες ξεγνοιασιάς οι άνθρωποι του μόχθου. Κάθε γειτονιά είχε τα δικά της στέκια και κάθε ταβέρνα τον ιδιαίτερο χαρακτήρα της. Από εκείνον τον κόσμο σώζονται σήμερα κυρίως τα ονόματα, οι αναμνήσεις των παλαιότερων και ορισμένες χαρακτηριστικές γεύσεις.
Η περιήγηση ξεκινά από την καρδιά της Καβάλας, με την ταβέρνα “Περιστέρι” να έχει δώσει πλέον τη θέση της στο ομώνυμο καφέ, ενώ τα ιστορικά “Κανάρια” αντικαταστάθηκαν από εμπορικό κατάστημα στην οδό Γαλλικής Δημοκρατίας. Στη γωνία της Μεγάλης Αλεξάνδρου δέσποζε κάποτε η «Κληματαριά» , την ώρα που στην οδό Πτολεμαίου λειτουργούσε η ταβέρνα τα “5 Φ” και στη Φιλελλήνων το εστιατόριο “Μωριάς” του μάγειρα Γ. Κακιλή. Επί της οδού Ρούζβελτ εξυπηρετούσε τους πελάτες του το εστιατόριο «Σοφιανός» , ο διαχειριστής του οποίου τα καλοκαίρια αναλάμβανε και το εστιατόριο του Μπάτη. Σε κεντρικότατο σημείο της οδού Ομονοίας υπήρχε η ταβέρνα «Σπηλιά» , ακριβώς εκεί που σήμερα στεγάζεται το κατάστημα Benetton, αλλά και μια δεύτερη ομώνυμη «Σπηλιά» στο υπόγειο του σημερινού καταστήματος Μελελούδης. Στον ίδιο δρόμο βρισκόταν κάτω από το κατάστημα περιοδικού τύπου Κομποχόλη και η χειμερινή ταβέρνα «Ραψάνη» , σε ένα μικρό υπόγειο που σήμερα ανήκει στο κατάστημα Λεμονίδης, η οποία φημιζόταν για τα σουτζουκάκια και τον τηγανητό μπακαλιάρο της.
Πιο πάνω από το Εργατικό Κέντρο, στο σημερινό πάρκινγκ του σούπερ μάρκετ Μασούτης , έστεκε η ταβέρνα «Σηλύβρια», ενώ οι καπνεργάτες της πόλης είχαν το δικό τους αγαπημένο στέκι, τον «Εργάτη» , ακριβώς δίπλα στον Άγιο Αθανάσιο. Στη γραφική συνοικία της Παναγίας, η ταβέρνα «Φάρος» λειτουργούσε εκεί όπου σήμερα εκτείνεται το προαύλιο του 7ου Δημοτικού Σχολείου, ενώ στην ίδια περιοχή πολύ αργότερα υπήρχε η ταβέρνα της Αντωνίας και του Αλέκου Μπαλάκα. Απέναντι από τις Καμάρες, στην πλατεία Νικηταρά, οι κάτοικοι σύχναζαν στο οβελιστήριο του «Μάη» . Ανεβαίνοντας προς τα Ποταμούδια, ξεχώριζε η «Ρεματιά» , ενώ απέναντι από το σχολείο του Αη-Γιάννη λειτουργούσε ο «Αραμπάς». Στη στάση τέρμα του Προφήτη Ηλία βρισκόταν ο «Λαλάκος» και στην ίδια συνοικία η «Ακρόπολις» , στο σημείο όπου αργότερα φιλοξενήθηκε ο παιδικός σταθμός Αλεξάνδρειο μέχρι το οριστικό του κλείσιμο.
Στη συνοικία των Πεντακοσίων, στου Αμερικάνου, η ταβέρνα «Νίκος» άφησε εποχή από το 1951 έως το 1968, προσφέροντας ψητά κοτόπουλα, κατσικάκια και κοκορέτσια από την ηλεκτροκίνητη ψησταριά του, κάτω από τους ήχους τριών πλακιώτικων κιθάρων. Στο Σούγελο συναντούσε κανείς την ταβέρνα της «Αγάπης» , ενώ δεξιά στη στροφή πριν τα Σφαγεία βρισκόταν η «Καστέλα». Εκεί κοντά στα Σφαγεία δέσποζε και ο “Τσούκαλος” , σερβίροντας το καλύτερο λιαστό χταπόδι, ενώ ανατολικότερα, στο Περιγιάλι, κυριαρχούσε η ψαροταβέρνα του Αχιλλέα Παλλίδη. Η λίστα των αναμνήσεων συμπληρώνεται με τη χαμηλοτάβανη ταβέρνα του «Μαλέα» απέναντι από τη βιοτεχνία εσωρούχων Χωριανόπουλου, αλλά και με έναν δεύτερο «Μαλέα» στην πάροδο Παύλου Μελά. Εκείνες τις δεκαετίες οι Καβαλιώτες έτρωγαν επίσης στον Σωκράτη Χαϊτα απέναντι από την Κυρά Βαγγελιώ, στον «Φραγγουλιά» στην οδό Αμύντα, στον «Χρυσό κόκορα» της οδού Ευγενίου Ιορδάνου και στον «Μπατίρη» στην οδό Περικλέους που έφτιαχνε τσιγαριαστά πουλάκια (καρδερίνες, τσίχλες, κοτσύφια,) . Τα βήματα οδηγούσαν συχνά στο ταβερνάκι του «Μπέμπη», ακριβώς κάτω από την αρχή στα σκαλάκια της οδού Ερμιόνης. Τέλος, στο σημείο που σήμερα βρίσκεται ο ξυλόφουρνος «Τράπεζα» , στεγαζόταν κάποτε το καπηλειό του Καλλιπολίτη, ένα μέρος όπου ένα τηγάνι, δύο μεζέδες και η απλή αλλά αυθεντική διάθεση ήταν αρκετά για να κάνουν τους θαμώνες να ξεχάσουν τα βάσανα της σκληρής καθημερινότητας.
.jpg)


.jpg)




Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου