Welcome  to  my  blog
“ Η κοιλιά προηγείται της ψυχής”
George Orwell (1903-1950)
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μαγειρευτά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μαγειρευτά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 7 Αυγούστου 2026

Η ταβέρνα «Πλάτανος» στην Πλάκα όπου έτρωγε ο Κωστής Παλαμάς, ο Γρηγόρης Ξενόπουλος, η Μαρίκα Κοτοπούλη και ο Στρατής Μυριβήλης

   Από το 1932 η οικογενειακή ταβέρνα «Πλάτανος» που δημιούργησε ο Θ. Καρυανός στη συνοικία των Θεών στην ομώνυμη μικρή πλατεία στην Πλάκα με το μεγάλο πλάτανο , δεν λειτούργησε μόνο ως χώρος φαγητού και κρασιού, αλλά και ως τόπος συνάθροισης επιφανών Αθηναίων, πολιτικών, λογοτεχνών , καλλιτεχνών και ηθοποιών. Παράλληλα η ταβέρνα έχει συνδέσει την ιστορία της με το καλλιτεχνικό ατελιέ που στήθηκε στον πάνω όροφο, στις αρχές της δεκαετίας του 1920 από τη θρυλική τριανδρία: τον ζωγράφο Περικλή Βυζάντιο, τον ζωγράφο Παύλο Καλλιγά κα τον γλυπτή Φωκίωνα Ρωκ. Για περισσότερο από είκοσι χρόνια ο «Πλάτανος»  υπήρξε το επίκεντρο της πρωτοποριακής καλλιτεχνικής και λογοτεχνικής ζωής της Αθήνας. Οι γνωστότεροι θαμώνες του «ατελιέ́» αλλά και της ταβέρνας ήταν οι : Κωστής Παλαμάς, Γρηγόρης  Ξενόπουλος, Σπύρος Μελάς, ο αρχιμουσικός Δημήτρης Μητρόπουλος, Τίμος Μωραϊτίνης, Γιώργος Βλάχος, Γεώργιος Παπανδρέου, Μαρίκα Κοτοπούλη, Κυβέλη, Κώστας Ουράνης, Οδυσσέας Ελύτης, Γιώργος Σεφέρης, Γιώργος Θεοτοκάς κ.ά. Ο σεφ στην κουζίνα ετοιμάζει καθημερινά πιάτα (λαδερά και φουρνιστά) που στηρίζονται σε ποιοτικές και εποχικές πρώτες ύλες, με την παραδοσιακή ελληνική κουζίνα να έρχεται σε πρώτο πλάνο.  

    Από τα μαγειρευτά του ξεχωρίζουν το κατσικάκι με πατάτες φούρνου , το ιστορικό στιφάδο , ο μουσακάς, οι ντολμάδες με μπεσαμέλ, το παστίτσιο και το κοκκινιστό με χοντρά μακαρόνια. Τη γευστική εμπειρία συμπληρώνει μια περίφημη βιολογική ρετσίνα από τον Άγιο Βασίλειο Κορινθίας που την πίνεις και ευφραίνεται η καρδιά σου!!! Πήρε επάξια τη θέση της αξέχαστης ρετσίνας Μεσογείων που δεν κυκλοφορεί πλέον και για πολλές δεκαετίες υπήρξε το παραδοσιακό κρασί του ελληνικού τραπεζιού με τη γεμάτη γεύση και τα αρώματα φρούτων του Σαββατιανού και της ρητίνης του πεύκου. Μην ψάχνεται εδώ πολυτέλειες , ακριβά σερβίτσια και τραπεζομάντηλα , θα βρείτε όμως καλομαγειρεμένο παραδοσιακό φαγητό και δροσερή βιολογική ρετσίνα. Την ταβέρνα θα την βρείτε δίπλα στις Αέρηδες απέναντι από το Μουσείο Ελληνικών λαϊκών μουσικών οργάνων.   

Info :  Διογένους 4 , Πλάκα ,  τηλ : 21 0322 0666.

 

 








Τετάρτη 25 Φεβρουαρίου 2026

"Μουχαμπέτι" : Ένας καφενές διαφορετικός από τους άλλους που προσφέρει κιμπάρικη κουζίνα !!!

*   Κιμπάρικη κουζίνα για εμάς τους Βόρειους είναι αυτή που προσφέρει την νοστιμιά της αβίαστα και απροσποίητα 

Το «Μουχαμπέτι» : Είναι ένα χαλαρό καφενείο με ψυχή σύγχρονου μεζεδοπωλείου που γράφει την δική του αθόρυβη ιστορία από το 2009 «χωμένο» στα στενά του Αγίου Λουκά της Καβάλας . Ιδιοκτήτης του ένας κιμπάρης άνθρωπος, ευγενής, δωρικός και ολιγόλογος  ο Χρήστος  Καντένης. Λιτή και * κιμπάρικη η κουζίνα του που αποτίει φόρο τιμής στην ελληνική κρεατοφαγία , προσφέροντας πληθωρικούς και λιχούδικους μεζέδες. Τι να πεις για το ζουμερό και ντελικάτο σουτζουκάκι , το καθαρό άλιπο σουβλάκι , το δυσεύρετο παραδοσιακό φρυγαδέλι (μοσχαρίσιο συκώτι τυλιγμένο σε μπόλια), τη ρουστίκ τηγανιά,  την περιποιημένη  μοσχαρίσια γλώσσα , μέσα σε όλα αυτά θα προσθέσω και το σπιτικό γαλοτύρι με την υπόξινη και δροσερή γεύση του. Ο Χρήστος δεν έχει τελειώσει καμιά σχολή μαγειρικής , τον οδήγησε στη κουζίνα η αγάπη και το μεράκι του για το μαγείρεμα , το αποτέλεσμα βέβαια τον δικαιώνει αφού προσφέρει στον κόσμο κιμπάρικες και καλοφτιαγμένες γεύσεις . 

Το φαγητό στον ξυλόφουρνο και το slow cooking αναβιώνει στο «Μουχαμπέτι»  για την τέλεια γεύση : Η μαντεμένια ξυλόσομπα ανάβει όλη μέρα στο καφενέ Μουχαμπέτι, προσφέροντας την ζεστή θαλπωρή της ομοιόμορφα στον χώρο, ενώ παράλληλα ο Χρήστος Καντένης σιγομαγειρεύει στην κατσαρόλα λαχταριστό σπιτικό φαγητό με ό,τι εποχικά υλικά βρει διαθέσιμα. Για τον Χρήστο το slow cooking δεν είναι μια απλή μέθοδος μαγειρέματος αλλά μια φιλοσοφία ζωής, που δίνει στα υλικά την ανάσα τους και συνδέει τις γεύσεις τους, χαρίζοντας το πιο βαθύ μέλωμα, αλλά και την πιο αληθινή γεύση. Το κρέας περνάει ώρα στην κατσαρόλα ή στο φούρνο σε σημείο που να ξεκολλάει από το κόκκαλο με ένα άγγιγμα του πιρουνιού. Ξεκινήσαμε με μια ακαταμάχητη και βουτυράτη μανέστρα με κρέας προβατίνας, ένα πιάτο , που δεν το χάνεις με τίποτα, συνδυασμός  μεστής γεύσης του κρέατος με το σπυρωτό και βουτυρένιο κριθαράκι που σιγομαγειρεύτηκε μέσα σε μυρωδάτο στακοβούτυρο!!! Αυτό το πιάτο αποτέλεσε και την αιτία να επισκεφθούμε αυτόν το συνοικιακό καφενέ, που μαγειρεύει θαυμάσια.  Ακολούθησαν τα μοσχαρίσια μάγουλα, που μπορεί να μην αποτελούν κάποιο premium κομμάτι, αλλά τα τελευταία χρόνια έχουν κερδίσει επάξια τη θέση τους σε πιάτα με υψηλές γευστικές απαιτήσεις. Τα μάγουλα όταν μαγειρευτούν για αρκετές ώρες, στον φούρνο, το κολλαγόνο που περιέχουν δίνει στο κρέας μια εξαίσια τρυφερή και βελούδινη υφή. Τα συνόδευε ένας πλούσιος πουρές καπνιστής μελιτζάνας, που μετέτρεπε το πιάτο σε μια παραλλαγή του διάσημου χουνκιάρ μπεγιεντί.  

 Όμως δεν φύγαμε                         δοκιμάζοντας μόνο τα δύο αυτά πιάτα. Το χοιρινό πρασοσέλινο ήθελε να αφηγηθεί την δική του ιστορία και να μας πείσει πόσο γλυκοφάγωτο μπορεί να γίνει, συνοδευμένο από τη μεταλλικότητα του σέλινου. Στο βάθος της γεύσης ακουγόταν το μπουκέτο των μυρωδικών, στο οποίο ο μάγειρας τσιγάρισε αρμονικά το χοιρινό κρέας. Και επειδή το χοιρινό στην κατσαρόλα όταν  είναι καλομαγειρεμένο ξεχνά την καταγωγή του και παρασέρνεται από τις λοιπές γεύσεις είπαμε να γράψουμε τον επίλογο με μια ντελικάτη πανσέτα που ήταν άψογα ψημένη, με το τσιγαριστό λίπος της  και την συνόδευε μια καλοφτιαγμένη σος μουστάρδας. Στο συνοδευτικό γαλοτύρι διαλύσαμε μια καυτερή, που μας  γυάλισε τα μάτια με την αψάδα της και συνταίριαξε με τις λοιπές γεύσεις του slow food.   Αισθανθήκαμε σ’ αυτόν τον τόσο ανθρώπινο χώρο σαν το σπίτι μας και τα πιάτα του Χρήστου Καντένη μας μεταφέραν την πραότητα και την νοστιμιά μιας κουζίνας, που δεν εκβιάζει τίποτα και αποσπά ανθρώπινη ζεστασιά και μια διάθεση συμφιλίωσης. Όλα ήταν στημένα στην εντέλεια και η ξυλόσομπα προσέθετε στον χώρο πινελιές μιας άλλης εποχής. Όπου όλα ήταν πιο γνήσια κι ανόθευτα.